Παύλος Τσολαρίδης, M.D. - ΩΡΛ Χειρουργός
Παύλος Τσολαρίδης, M.D. - Ωτορινολαρυγγολόγος (ΩΡΛ) / Χειρουργός κεφαλής & τραχήλου
× Κλείστε ραντεβού στα τηλέφωνα:211-01 94 618 ή 6945 77 30 77
×
Ωτοπλαστική σε παιδιά

Η ωτοπλαστική στα παιδιά αποτελεί μια χειρουργική διαδικασία που χρησιμοποιείται για την βελτίωση του σχήματος, της προβολής και του μεγέθους των αυτιών. 

Τα πεταχτά αυτιά αποτελούν τη συνηθέστερη δυσμορφία των πτερυγιών του αυτιού. Το εκ γενετής σχήμα και η θέση των πτερυγίων δεν μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου, μόνο το μέγεθος μεγαλώνει. Πολλές φορές οι γονείς προσπαθούν με επίπονους τρόπους (π.χ περίδεση των αυτιών με ελαστικό επίδεσμο, επιβολή στο παιδί να κοιμάται πάνω στο ένα αυτί ή πάνω στο άλλο) να διορθώσουν τα αυτιά απο μόνοι τους χωρίς να υπάρχει κανένα αποτέλεσμα. 

 Η κύρια αιτία που οφείλεται η εμφάνιση των πεταχτών αυτιών είναι η έλλειψη της ανθέλικας στο πτερύγιο του αυτιού όπου η ενδεδειγμένη θεραπεία αποτελεί η πλαστική εγχείρηση της ανθέλικας.

Περιστασιακά, μικρές δυσπλασίες κατά τη γέννηση μπορούν να υποχωρούν από μόνες τους ή με τη βοήθεια ειδικών νάρθηκων!!!

Τα πεταχτά αυτιά είναι ένα κληρονομικό πρόβλημα που επηρεάζει 1-2% του πληθυσμού (αν και η διάγνωση του είναι κάπως υποκειμενική και αυτό το ποσοστό εξαρτάται από το τι θεωρείται ως σημαντική δυσμορφία του αυτιού). Μπορεί να είναι ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη και προκύπτει ως αποτέλεσμα της έλλειψης της ανθέλικας στο πτερύγιο του αυτιού κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ανάπτυξης του εμβρύου. Τα αφεστώτα ώτα έχουν ανώμαλη ελικοειδή πτύχωση η απλά μεγαλώνουν πλευρικά.

 Στις σημαντικές συγγενείς ανωμαλίες όπως διάφορες δυσπλασίες (μικρωτία, βαρείες δυσμορφίες, απλασία ωτός), το κυριότερο πρόβλημα που προκύπτει στους τρεις πρώτους μήνες της ζωής του παιδιού  είναι εάν συνδυάζεται με απώλεια ακοής.

Το ψυχολογικό πρόβλημα:

Η ψυχολογική δυσφορία που προκαλείται από τα πεταχτά αυτιά (αφεστώτα ώτα) μπορεί να είναι δύσκολα διαχειρίσιμη. Τα πειράγματα στο σχολείο προκαλούν τόσο την βραχυπρόθεσμη δυστυχία, όσο και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην αυτοεκτίμηση και στην αυτοπεποίθηση του παιδιού. 


Συντηρητική αντιμετώπιση:

 Μέχρι την ηλικία των 6 μηνών  ο χόνδρος του αυτιού στο παιδί είναι πολύ μαλακός και μπορεί να αλλάξει με την τοποθέτηση νάρθηκα. Στις μέρες μας έχουν εφευρεθεί εξελιγμένοι νάρθηκες, που επιδιορθώνουν  το πρόβλημα με μεγάλη αποτελεσματικότητα. Η χρήση αυτών των ναρθήκων στα μωρά ηλικίας μικρότερης των έξι μηνών μειώνει την ανάγκη για χειρουργική επέμβαση. Στα μωρά, που έχουν συμπληρώσει τους πρώτους έξι μήνες της ζωής τους, η χειρουργική επέμβαση αποτελεί την μόνη επιλογή.

 Οι νάρθηκες των αυτιών αποτελούν μια μη χειρουργική και πολύ αποτελεσματική θεραπεία πολλών παραμορφώσεων των αυτιών που υπάρχουν στη γέννηση. Για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα οι νάρθηκες των αυτιών πρέπει να τοποθετούνται όσο το δυνατόν νωρίτερα. Οι νάρθηκες αυτοί κατασκευάζονται απο υλικό οδοντικής προέλευσης. Αυτό το υλικό είναι αρκετά σταθερό για να αναμορφώσει το χόνδρο του αυτιού. Αυτοί οι νάρθηκες συγκρατούνται στη θέση τους με κολλητικές ταινίες. Οι νάρθηκες αυτοί παραμένουν στη θέση τους 24 ώρες την ημέρα. Τα ποσοστά επιτυχίας αυτής της μεθόδου είναι περίπου 90% με τα αυτιά να εμφανίζονται εντελώς φυσιολογικά μετά την θεραπεία και δεν απαιτείται χειρουργική επέμβαση στο μέλλον. Η μόνη πιθανή επιπλοκή που μπορεί να εμφανιστεί μέσω αυτής της διαδικασίας είναι η μόλυνση και ο ερεθισμός του δέρματος στο σημείο τοποθέτησης των ναρθήκων. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αφαίρεση του νάρθηκα για μια εβδομάδα ώστε να φύγει ο ερεθισμός και στη συνέχεια επανατοποθέτηση του.

Χειρουργική αντιμετώπιση:

Η ιδανική ηλικία για να πραγματοποιηθεί η ωτοπλαστική επέμβαση στα παιδιά είναι περί τα 4-5 έτη  επειδή τότε τα παιδικά αυτιά έχουν αναπτυχθεί πλήρως. Η ωτοπλαστική επέμβαση στα παιδιά πλεονεκτεί σε σχέση με των ενηλίκων διότι η ελαστικότητα των χόνδρων όπου είναι πιο εύπλαστοι  βοηθά στην μεγαλύτερη επιτυχία της επέμβασης. Ο ιδανικός ασθενής πρέπει να είναι υγιής χωρίς σοβαρές ασθένειες ή καταστάσεις που μπορούν να βλάψουν την επούλωση. Είναι σημαντικό ο ασθενής και η οικογένεια του να έχουν συγκεκριμένους στόχους για την βελτίωση της κατάστασης διατηρώντας παράλληλα ρεαλιστικές προσδοκίες για το τι μπορεί να επιτευχθεί με την ωτοπλαστική. Αναμένουμε μέχρι τουλάχιστον την ηλικία των 5 ετών για δύο κυρίως λόγους. Είναι σημαντικό να επιτρέψουμε στο αυτί να αναπτυχθεί σε μέγεθος κοντά σε αυτό ενός ενήλικα για να βεβαιωθούμε οτι η διόρθωση μέσω της ωτοπλαστικής θα συνεχίσει να φαίνεται φυσιολογική μετά την ολοκρήρωση της ανάπτυξης τους αυτιού. Μία ωτοπλαστική απαιτεί την τοποθέτηση ραμμάτων στο χόνδρο του αυτιού για να αναμορφωθεί σωστά το αυτί.  Η ωτοπλαστική περιλαμβάνει μια ποικιλία χειρουργικών τεχνικών για την βελτίωση του περιγράμματος, του μεγέθους και της προβολής των αυτιών. Όταν απαιτούνται τομές στο μπροστινό μέρους του αυτιού γίνονται στα βαθύτερα μέρη των πτυχών του αυτιού για να μην είναι ορατά. Ο χόνδρος είναι αυτός που δίνει το σχήμα στο αυτί. 

  Μόλις ληφθεί η απόφαση, η επέμβαση μπορεί να γίνει είτε από τον πλαστικό χειρούργο, είτε από τον ωτορινολαρυγγολόγο. 

Αναισθησία:

Συνήθως η ωτοπλαστική σε παιδιά γίνεται υπο γενική αναισθησία  και υπο τοπική αναισθησία στους ενήλικες.

Διαδικασία:

Η επέμβαση ωτοπλαστικής στο παιδί μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε στο ένα είτε και στα δυο αυτιά. Χρειάζεται περίπου μια ώρα για να ολοκληρωθεί και περιλαμβάνει μια τομή στο πίσω μέρος του αυτιού, την απομάκρυνση μιας μικρής ποσότητας του δέρματος και την αναδίπλωση του ωτικού χόνδρου. Το κλείσιμο γίνεται με απορροφήσιμα ράμματα (με εξαίρεση κάποιες σπάνιες περιπτώσεις) και το αυτί (ή και τα δυο αυτιά) θα μείνει καλυμμένο με επίδεσμο για λίγες μέρες.

Μετεγχειρητική φροντίδα:

Η διαδικασία είναι συνήθως υπόθεση 1 ημέρας, αλλά οι ασθενείς πρέπει να υπολογίσουν τουλάχιστον 10 ημέρες απουσίας από το σχολείο ή την εργασία.

Η συνηθισμένη φαρμακευτική αγωγή μετά από το χειρουργείο είναι τα απλά παυσίπονα, αλλά πρέπει να αποφεύγονται τα μη στεροειδή αντι-φλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) λόγω του αυξημένου κινδύνου της αιμορραγίας. Η μετεγχειρητική φροντίδα ποικίλλει ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του κάθε ασθενή. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο επίδεσμος μένει για περίπου 7 ημέρες (είναι σημαντικό το αυτί να κρατηθεί στη συγκεκριμένη θέση μετά την επέμβαση). Παρόλα ταύτα, μια πρόσφατη μελέτη υπέδειξε, ότι δεν χρειάζεται να παραμείνουν οι επίδεσμοι σε οποιονδήποτε ασθενή για περισσότερο από 24 -48 ώρες.

Ακολουθήστε τη συμβουλή του γιατρού σας η επικοινωνήστε μαζί μας, αν ο επίδεσμος έφυγε από τη θέση του πριν από το προτεινόμενο χρόνο.

Σε κάποιους ασθενείς προτείνεται να φορούν προστατευτικό στήριγμα για αρκετές εβδομάδες μετά την επέμβαση (ιδιαίτερα τη νύχτα).
Μπορείτε να λουστείτε κανονικά δυο εβδομάδες μετά το χειρουργείο. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ώστε να φροντίζουν με τον κατάλληλο τρόπο το σημείο της τομής ώστε να υπάρξει σωστή επούλωση και πλήρης ανάρρωση.

Η κολύμβηση πρέπει να αποφεύγεται για τουλάχιστον 2 εβδομάδες (ιδανικά  4-6 εβδομάδες) και οι αθλητικές δραστηριότητες να αποφεύγονται για 8 εβδομάδες. Τα αεροπορικά ταξίδια επιτρέπονται ανά πάσα στιγμή μετά την επέμβαση.

Επιπλοκές:

 Οι επιπλοκές  είναι γενικά σπάνιες (δεν ξεπερνούν το 5% όλες οι περιπτώσεις) και περιλαμβάνουν:

  • Αυτές που συνδέονται με την γενική αναισθησία.
  • Ανάπτυξη των χηλοειδών ουλών (3%).
  • Μούδιασμα του αυτιού , το οποίο μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες.
  • Ασυμμετρία μεταξύ των αυτιών.
  • Αιμάτωμα - πολύ σπάνιο, μερικές φορές ο ασθενής πρέπει να επιστρέψει στη κλινική για αφαίρεση θρόμβου.
  • Λοίμωξη - αν είναι σοβαρή, μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση του τραύματος, επηρεάζοντας και τον χόνδρο. Αν μείνει χωρίς κατάλληλη θεραπεία, προκαλεί μακροχρόνια παραμόρφωση και απαιτεί περαιτέρω διαδικασία για τη διόρθωση τους.
  • Υποτροπή.
Πρόγνωση:

Τα πεταχτά αυτιά δεν αλλάζουν σχήμα από μόνα τους. Μετά την ηλικία των έξι μηνών, η χειρουργική διόρθωση είναι προς το παρόν η μόνη  μέθοδος για την αντιμετώπισή του προβλήματος. Υπάρχει  ένα εξαιρετικό ποσοστό ικανοποίησης απο τα αποτελέσματα της χειρουργικής επέμβασης, με θεαματικές θετικές επιδράσεις στην αυτοεκτίμηση, στην κοινωνική ζωή και στην αυτοπεποίθηση του ασθενή.